Όταν κοιτάζουμε τις επιλογές που κάνουμε στη ζωή — ακόμη και τις μικρές, καθημερινές επιλογές — είναι εύκολο να αισθανθούμε ότι μέσα μας συνυπάρχουν πολλές αντιφάσεις.
Μπορεί να περάσουμε ολόκληρη την ημέρα σε μια δουλειά όπου βοηθάμε άλλους ανθρώπους και, όταν επιστρέψουμε στο σπίτι, να μιλήσουμε απότομα σε ένα μέλος της οικογένειάς μας χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Μπορεί να προσπαθούμε με όλη μας τη δύναμη να δείχνουμε καλοσύνη και υπομονή σε κάποιον που αγαπάμε, και όμως, στη χειρότερη δυνατή στιγμή, να του πούμε κάτι σκληρό.
Είμαστε ικανοί για βαθιά ενσυναίσθηση και ανιδιοτέλεια — αλλά ταυτόχρονα μπορούμε να δείξουμε σκληρότητα, μίσος και αναλγησία. Γιατί είμαστε έτσι;
Οι Αντβεντιστές της Εβδόμης Ημέρας στρέφονται στην Αγία Γραφή για να κατανοήσουν ποιοι είμαστε. Εκεί βρίσκουμε ολόκληρη την ιστορία για το από πού προερχόμαστε και γιατί η ανθρώπινη φύση είναι όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.
Ας δούμε πιο αναλυτικά τι μας αποκαλύπτει η Αγία Γραφή σχετικά με:
Όλα αυτά είναι ουσιαστικά για να κατανοήσουμε την ταυτότητά μας ως ανθρώπινα όντα.
Θεμελιώδες Πιστεύω 7: Η φύση του ανθρώπου
Ο άνδρας και η γυναίκα δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα Θεού, με προσωπικότητα, καθώς και με την ικανότητα και την ελευθερία να σκέφτονται και να ενεργούν. Αν και δημιουργήθηκαν ως ελεύθερα όντα, ο καθένας αποτελεί μια αδιαίρετη ενότητα σώματος, νου και πνεύματος και εξαρτάται από τον Θεό για τη ζωή, την πνοή και όλα όσα χρειάζεται για να υπάρχει.
Όταν οι πρώτοι μας γονείς παρήκουσαν τον Θεό, αρνήθηκαν την εξάρτησή τους από Εκείνον και έχασαν την υψηλή θέση στην οποία είχαν δημιουργηθεί. Η εικόνα του Θεού μέσα τους αλλοιώθηκε και έγιναν υποκείμενοι στον θάνατο.
Οι απόγονοί τους κληρονομούν αυτή την πεπτωκυία φύση και τις συνέπειές της. Γεννιούνται με αδυναμίες και τάσεις προς το κακό.
Όμως ο Θεός, μέσω του Χριστού, συμφιλίωσε τον κόσμο με τον εαυτό Του και, μέσω του Αγίου Πνεύματος, αποκαθιστά στους μετανοημένους ανθρώπους την εικόνα του Δημιουργού τους.
Δημιουργημένοι για τη δόξα του Θεού, καλούνται να Τον αγαπούν, να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να φροντίζουν τον κόσμο στον οποίο ζουν.
(Γέν. 1:26–28 · 2:7, 15 · 3 · Ψαλμ. 8:4–8 · 51:5, 10 · 58:3 · Ιερ. 17:9 · Πράξ. 17:24–28 · Ρωμ. 5:12–17 · Β΄ Κορ. 5:19–20 · Εφεσ. 2:3 · Α΄ Θεσ. 5:23 · Α΄ Ιωάν. 3:4 · 4:7–8, 11, 20)
Από πού προήλθε η ανθρωπότητα;
Το πρώτο βήμα για να κατανοήσουμε ποιοι είμαστε ως άνθρωποι είναι να γνωρίσουμε από πού προερχόμαστε. Αν στραφούμε στο δεύτερο κεφάλαιο της Γένεσης, βρίσκουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα.
Βρισκόμαστε στην έκτη ημέρα της εβδομάδας της Δημιουργίας και ο Θεός έχει σχεδόν ολοκληρώσει το έργο Του. Έχει δημιουργήσει τον ήλιο και τη σελήνη, τη θάλασσα και την ξηρά και έχει γεμίσει τη γη με κάθε είδους φυτά και ζώα. Τώρα έρχεται η στιγμή για το αποκορύφωμα της δημιουργίας Του.
«Kαι ο Kύριος ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από χώμα τής γης· και εμφύσησε στα ρουθούνια του πνοή ζωής, και έγινε ο άνθρωπος σε ψυχή που ζει. Kαι ο Kύριος ο Θεός φύτεψε έναν παράδεισο στην Eδέμ προς τα Aνατολικά, και έβαλε εκεί τον άνθρωπο, που έπλασε» (Γένεση 2:7–8).
Η αφήγηση της Γένεσης μάς δείχνει ξεκάθαρα από πού προερχόμαστε: από το χώμα της γης. Ζούμε επειδή ο Θεός μάς χάρισε την πνοή της ζωής.
Αυτό μας αποκαλύπτει ορισμένα σημαντικά πράγματα για την ανθρώπινη φύση.
Πρώτον, είμαστε δημιουργημένα όντα και οφείλουμε την ίδια μας την ύπαρξη στον Θεό. Εκείνος μας δημιούργησε. Η ύπαρξή μας δεν παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων, όπως ακριβώς ένα όμορφο γλυπτό δεν προκύπτει τυχαία από πέτρες που συγκρούονται μεταξύ τους.
Δεύτερον, ο άνθρωπος κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στη δημιουργία, καθώς ο Θεός παρουσιάζεται να συμμετέχει προσωπικά στη δημιουργία του. Για όλα τα προηγούμενα δημιουργήματα — τα άστρα, τα φυτά και τα ζώα — η Γένεση περιγράφει τον Θεό να μιλά και αυτά να έρχονται στην ύπαρξη. Για τον άνθρωπο, όμως, η εικόνα γίνεται πολύ πιο προσωπική: ο Θεός παίρνει χώμα από τη γη και πλάθει ο ίδιος το πρώτο ανθρώπινο ον.
Ο Θεός μάς δημιούργησε ως μοναδικά πρόσωπα, και ο καθένας μας έχει ανεκτίμητη αξία για Εκείνον. Μας δημιούργησε κατ’ εικόνα Του.
Τι σημαίνει ότι δημιουργηθήκαμε κατ’ εικόνα Θεού;
Οι άνθρωποι διαθέτουν ιδιαίτερες ικανότητες και χαρακτηριστικά που τους ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα ζωντανά πλάσματα της γης. Αυτά τα χαρακτηριστικά αντανακλούν, με ανθρώπινο τρόπο, ιδιότητες που βλέπουμε και στον Θεό.
«Kαι είπε ο Θεός: Aς κάνουμε άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα, σύμφωνα με τη δική μας ομοίωση· και ας εξουσιάζει επάνω στα ψάρια τής θάλασσας, και επάνω στα πουλιά τού ουρανού, και επάνω στα κτήνη, και επάνω σε ολόκληρη τη γη, και επάνω σε κάθε ερπετό, που σέρνεται επάνω στη γη.
Kαι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα· σύμφωνα με την εικόνα τού Θεού τον δημιούργησε· αρσενικό και θηλυκό τούς δημιούργησε·
και τους ευλόγησε ο Θεός· και είπε σ' αυτούς ο Θεός: Aυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη, και κυριεύστε την, και εξουσιάζετε επάνω στα ψάρια τής θάλασσας, και επάνω στα πουλιά τού ουρανού και επάνω σε κάθε ζώο που κινείται επάνω στη γη» (Γένεση 1:26–28).
Δημιουργηθήκαμε με συνείδηση.
Δεν αντιλαμβανόμαστε απλώς όσα συμβαίνουν γύρω μας· έχουμε επίγνωση του κόσμου και του εαυτού μας μέσα σε αυτόν. Μπορούμε να επεξεργαζόμαστε συνειδητά όσα προσλαμβάνουμε μέσω των αισθήσεών μας και να παίρνουμε αποφάσεις με βάση αυτά.
Δημιουργηθήκαμε επίσης με δημιουργικότητα.
Ο Θεός δημιούργησε τη γη και μας έδωσε την ικανότητα να δημιουργούμε μέσα σε αυτήν. Παρόλο που κάθε υλικό που χρησιμοποιούμε προέρχεται τελικά από τη δημιουργία Του, μας χάρισε τη δυνατότητα να εκφραζόμαστε μέσα από το έργο των χεριών μας.
Δημιουργηθήκαμε για να ασκούμε ευθύνη και εξουσία.
Η ύψιστη εξουσία ανήκει στον Θεό, όμως Εκείνος εμπιστεύθηκε και στον άνθρωπο ευθύνη. Ανέθεσε στον Αδάμ και την Εύα να φροντίζουν τη γη.
Μας δόθηκε η ικανότητα να επιλέγουμε.
Κανείς δεν επιλέγει τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιέται, όμως όλοι μπορούμε να επιλέξουμε πώς θα ζήσουμε με όσα μας έχουν δοθεί. Μπορούμε να επιλέξουμε πού θα στρέψουμε την προσοχή, την αγάπη και την αφοσίωσή μας. Ο Θεός δεν θέλησε να μας δημιουργήσει προγραμματισμένους να Τον ακολουθούμε. Επιθυμεί την καρδιά μας μόνο όταν Του την προσφέρουμε ελεύθερα.
Η ελεύθερη βούληση αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν ο Αδάμ και η Εύα, είχαν την ελευθερία να διαμορφώνουν τις σκέψεις, τις πράξεις και τις επιθυμίες τους.
Η Γένεση μάς παρουσιάζει μια εικόνα του ανθρώπου όπως προοριζόταν να είναι από την αρχή. Δημιουργηθήκαμε ως μοναδικά πρόσωπα, με δημιουργικό νου και καρδιά και με την ελευθερία να επιλέγουμε.
Δημιουργηθήκαμε επίσης για να φροντίζουμε αυτόν τον κόσμο και να ασκούμε την ευθύνη μας απέναντί του με σοφία και καλοσύνη, ως καλοί διαχειριστές του θαυμαστού πλανήτη που ο Θεός δημιούργησε για εμάς.
Πάνω απ’ όλα, όμως, δημιουργηθήκαμε κατ’ εικόνα Θεού, με σκοπό να ζούμε σε μια σχέση αγάπης μαζί Του.
Όταν ζούσαν στον Κήπο της Εδέμ, ο Αδάμ και η Εύα περπατούσαν και συνομιλούσαν με τον Θεό (Γένεση 3:8). Ήταν η πρώτη ανθρώπινη οικογένεια, ζώντας σε τέλεια αρμονία με τον Θεό που τους δημιούργησε και τους αγαπούσε.
Κάτι, όμως, άλλαξε. Κάτι που διέλυσε τη σχέση τους με τον Θεό και έφερε ανείπωτο πόνο και δυσκολία στον κόσμο — μια αλλαγή που επηρέασε την ανθρώπινη φύση από τότε και μέχρι σήμερα.
Πώς διαφθάρηκε η ανθρωπότητα;
Ο κόσμος στον οποίο ζούμε σήμερα απέχει πολύ από την τελειότητα της Εδέμ. Πώς, λοιπόν, χάθηκε αυτή η αρμονία;
Η απάντηση βρίσκεται στην ικανότητά μας να επιλέγουμε — και συγκεκριμένα στην κατάχρηση της ελεύθερης βούλησης που μας χάρισε ο Θεός.
Όταν ο Θεός δημιούργησε τους πρώτους ανθρώπους, τους έδωσε άφθονα δώρα. Ο Κήπος της Εδέμ είχε δημιουργηθεί για να αποτελεί ευλογία για την ανθρωπότητα. Τα ζώα ζούσαν ειρηνικά και υπήρχε άφθονη τροφή.
Αν όμως ο Θεός ήθελε ο άνθρωπος να Τον αγαπά πραγματικά και να ανταποκρίνεται ελεύθερα στην αγάπη Του, τότε έπρεπε να μπορεί να Τον επιλέξει. Και για να υπάρχει πραγματική επιλογή, έπρεπε να υπάρχει και εναλλακτική.
«Kαι ο Kύριος ο Θεός έδωσε προσταγή στον Aδάμ, λέγοντας: Aπό κάθε δέντρο τού παραδείσου θα τρως ελεύθερα, όμως, από το δέντρο τής γνώσης τού καλού και του κακού, δεν θα φας απ’ αυτό· επειδή, την ίδια ημέρα που θα φας απ’ αυτό, θα πεθάνεις οπωσδήποτε» (Γένεση 2:16–17).
Τι έκανε ένα τέτοιο δέντρο μέσα στον παράδεισο της Εδέμ; Γιατί ο Θεός, που είχε δημιουργήσει τα πάντα, επέτρεψε να υπάρχει ένα δέντρο από το οποίο ο Αδάμ και η Εύα δεν έπρεπε να φάνε;
Είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Η παρουσία του Δέντρου της Γνώσης του Καλού και του Κακού δείχνει ότι η ελευθερία που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο ήταν πραγματική και όχι θεωρητική.
Για να επιλέξουν τον Θεό, έπρεπε να υπάρχει και η δυνατότητα μιας άλλης επιλογής.
Η παρουσία του Δέντρου της Γνώσης του Καλού και του Κακού δεν ήταν παγίδα. Ούτε αποτελούσε ιδιαίτερο πειρασμό από μόνη της, αφού ο Αδάμ και η Εύα είχαν στη διάθεσή τους άφθονη τροφή. Το δέντρο αυτό έδειχνε ότι οι άνθρωποι δεν ήταν δούλοι του Θεού.
Αν το επέλεγαν, μπορούσαν να απομακρυνθούν από Εκείνον και να ακολουθήσουν έναν διαφορετικό δρόμο. Όμως, επειδή ο Θεός είναι ο Δημιουργός και Συντηρητής της ζωής, η απομάκρυνση από Εκείνον θα οδηγούσε τελικά στον θάνατο.
Δυστυχώς, ο Αδάμ και η Εύα επέτρεψαν στον εαυτό τους να αμφισβητήσει την προειδοποίηση του Θεού. Εξαπατήθηκαν από τον διάβολο, παρασύρθηκαν από τα λόγια του και γοητεύτηκαν από την ιδέα ότι θα μπορούσαν να γίνουν «σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό» (Γένεση 3:5).
Υπέκυψαν στην εξαπάτηση του Σατανά. Και τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό διέπραξαν την πρώτη αμαρτία: επέλεξαν τον εαυτό τους αντί για τον Θεό. Με αυτή την πράξη, η αμαρτία εισήγαγε το κακό και τον θάνατο στον κόσμο.
Δεν ήταν όμως ο ίδιος ο καρπός που διέφθειρε τον Αδάμ και την Εύα. Ήταν η απόφαση που κρυβόταν πίσω από την πράξη τους. Με την ανυπακοή τους δήλωσαν στην πράξη ότι δεν χρειάζονταν τον Θεό.
Αντί να εμπιστευθούν ότι ο Θεός γνώριζε τι ήταν καλύτερο για αυτούς, συμπεριφέρθηκαν σαν να μπορούσαν οι ίδιοι να αποφασίσουν καλύτερα για τον εαυτό τους. Όταν βρέθηκαν μπροστά σε κάτι που δεν γνώριζαν ακόμη, θέλησαν να το αποκτήσουν με κάθε κόστος. Ήθελαν να γίνουν «σαν θεοί».
Πώς επηρεάζει η ανθρώπινη φύση τη ζωή μας σήμερα
Με εκείνη τη μία επιλογή, η αρμονική σχέση ανάμεσα στον Θεό και την ανθρωπότητα διαταράχθηκε. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από την παρουσία του Θεού, η αμαρτία εισχώρησε στη ζωή του, όπως το σκοτάδι γεμίζει ένα δωμάτιο όταν σβήσει το φως.
Η πράξη της ανυπακοής έκανε πραγματικότητα αυτό που είχε υποσχεθεί το φίδι: ο άνθρωπος γνώρισε πλέον στην πράξη τι σημαίνει να γνωρίζει ταυτόχρονα το καλό και το κακό.
Χωρίς τον Θεό στο κέντρο της ζωής τους, η αμαρτία και ο εγωισμός άρχισαν να κυριαρχούν στην ανθρώπινη φύση. Πολύ γρήγορα, οι συνέπειες αυτής της αλλαγής οδήγησαν τον κόσμο σε βαθιά διαφθορά.
Έτσι είναι η ανθρώπινη κατάσταση από τότε. Ο καθένας μας γεννιέται με μια έμφυτη τάση προς τον εγωισμό. Και αυτός ο εγωισμός μπορεί να μας οδηγήσει να πληγώνουμε τους άλλους, τον κόσμο γύρω μας και τελικά τον ίδιο μας τον εαυτό — ενώ λανθασμένα πιστεύουμε ότι ενεργούμε προς όφελός μας. Ο ψαλμωδός το εξέφρασε με αυτά τα λόγια:
«Δες, είχα συλληφθεί με ανoμία, και με αμαρτία με γέννησε η μητέρα μoυ» (Ψαλμός 51:5).
Ο απόστολος Παύλος περιγράφει επίσης αυτή την εσωτερική πνευματική σύγκρουση:
«Eπειδή, δεν γνωρίζω εκείνο που κάνω· για τον λόγο ότι, εκείνο που θέλω, δεν το κάνω, αλλά εκείνο που μισώ, αυτό κάνω… Eπειδή, ξέρω ότι μέσα μου (δηλαδή, μέσα στη σάρκα μου) δεν κατοικεί αγαθό· επειδή, το να θέλω, βρίσκεται κοντά μου, το να κάνω, όμως, το καλό, δεν το βρίσκω» (Ρωμαίους 7:15–18).
Χωρίς ζωντανή σχέση με τον Θεό, η ανθρωπότητα έχασε την τελειότητα με την οποία είχε αρχικά δημιουργηθεί. Ο άνθρωπος δεν αντανακλά πλέον πλήρως τον χαρακτήρα του Θεού, όπως είχε σχεδιαστεί να κάνει, και η αμαρτία αφήνεται να εκδηλώνεται στον κόσμο.
Κι όμως, βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε ότι αυτή δεν είναι η κατάσταση που πραγματικά επιθυμούμε. Κανείς δεν θέλει στ’ αλήθεια το κακό, ο εγωισμός και το μίσος να κυριαρχούν στον κόσμο.
Τι μπορούμε, λοιπόν, να κάνουμε με αυτή την αμαρτωλή τάση που υπάρχει μέσα μας; Υπάρχει τρόπος να αποκατασταθεί αυτό που έχασε η ανθρωπότητα;
Όπως και σε τόσα άλλα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, ο Θεός μάς δίνει και εδώ την απάντηση.
Πώς αποκαθιστά ο Ιησούς την ανθρώπινη φύση;
Το βιβλίο της Γένεσης μάς λέει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού και ότι, μέσα από την επανάστασή του, έχασε την αρχική του τελειότητα. Έτσι βρεθήκαμε σε βαθιά ανάγκη λύτρωσης — και ενός Λυτρωτή.
Είναι εύκολο να πιστέψουμε ότι, αν κάνουμε αρκετό καλό στη ζωή μας ή απλώς «ακολουθήσουμε την καρδιά μας», κάποια στιγμή θα ξεπεράσουμε τον εγωισμό μας και θα φτάσουμε στην τελειότητα. Η Αγία Γραφή, όμως, μας λέει ότι αυτές οι ιδέες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
«Όλoι πραγματικά, γίναμε σαν ένα ακάθαρτo πράγμα, και όλη η δικαιoσύνη μας είναι σαν ένα ρυπαρό ιμάτιo…» (Ησαΐας 64:6).
«H καρδιά είναι απατηλή περισσότερo απ’ όλα, και υπερβoλικά διεφθαρμένη· πoιoς μπoρεί να τη γνωρίσει;» (Ιερεμίας 17:9).
Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν μπορούμε να στηριχθούμε μόνο στη δική μας καρδιά ούτε ότι τα καλά έργα μιας ολόκληρης ζωής μπορούν από μόνα τους να μας κάνουν δίκαιους. Σημαίνει αυτό ότι η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη να παραμένει για πάντα ατελής;
Όχι. Ο Θεός είχε ήδη προβλέψει τον τρόπο με τον οποίο θα μας λύτρωνε και θα αποκαθιστούσε τη χαμένη σχέση μας μαζί Του. Το έκανε μέσω του μονογενούς Υιού Του, του Ιησού Χριστού.
Ο Ιησούς είναι ο μόνος άνθρωπος που έζησε σε αυτή τη γη χωρίς αμαρτία. Παίρνοντας επάνω Του στον σταυρό την ποινή της αμαρτίας μας, μας προσφέρει τη δική Του δικαιοσύνη και αποκαθιστά τη σχέση μας με τον Θεό.
«Όπως, λοιπόν, εξαιτίας ενός αμαρτήματος ήρθε κατάκριση σε όλους τούς ανθρώπους, έτσι και εξαιτίας μιας δικαιοσύνης ήρθε σε όλους τούς ανθρώπους δικαίωση για ζωή.
Eπειδή, όπως με την παρακοή τού ενός ανθρώπου οι πολλοί καταστάθηκαν αμαρτωλοί, έτσι και με την υπακοή τού ενός οι πολλοί θα κατασταθούν δίκαιοι.
Kαι ο νόμος παρεμβλήθηκε για να περισσεύσει το αμάρτημα. Kαι όπου περίσσευσε η αμαρτία, υπερπερίσσευσε η χάρη· ώστε, όπως η αμαρτία βασίλευσε διαμέσου τού θανάτου, έτσι και η χάρη να βασιλεύσει διαμέσου τής δικαιοσύνης σε αιώνια ζωή, διαμέσου τού Iησού Xριστού τού Kυρίου μας» (Ρωμαίους 5:18–21).
Δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος με τη δική του δύναμη για να αποκαταστήσει την τελειότητα που χάθηκε στον Κήπο της Εδέμ. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να στραφούμε στον τέλειο Θεό και να δεχθούμε το δωρεάν δώρο της χάρης που μας προσφέρει.
Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να αποκατασταθεί η διαταραγμένη σχέση μας με τον Θεό. Είναι επίσης ο μόνος τρόπος να απελευθερωθούμε από τις εγωιστικές τάσεις της καρδιάς μας και να λάβουμε θέση στη βασιλεία Του.
Ο Θεός θέλει να είναι μέρος της ζωής μας. Θέλει να δεχθούμε τη χάρη Του και να ζήσουμε μαζί Του στην αιωνιότητα. Χρειάζεται όμως να Του ανοίξουμε την καρδιά μας. Κάθε ημέρα καλούμαστε να επιλέγουμε να Τον προσκαλούμε στη ζωή μας, ώστε να μας βοηθά να αντιστεκόμαστε στην εγωιστική και αμαρτωλή φύση που όλοι φέρουμε μέσα μας. Καλούμαστε να προσευχόμαστε όπως ο ψαλμωδός:
«Kτίσε μέσα μoυ, Θεέ, μία καθαρή καρδιά· και ένα ευθύ πνεύμα ανανέωσε μέσα μoυ» (Ψαλμός 51:10).
Ο Θεός είναι πρόθυμος να δημιουργήσει μέσα μας μια νέα και καθαρή καρδιά. Εκείνος μπορεί να μας χαρίσει τη νίκη. Και όσο εργάζεται μέσα μας, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε τον ουράνιο Πατέρα μας και την αιώνια κατοικία που έχει ετοιμάσει για εμάς.
Όταν κατανοούμε την πραγματική κατάσταση της ανθρώπινης φύσης — πώς ο Θεός μάς δημιούργησε τέλειους και πώς αυτή η τελειότητα χάθηκε — αυτό μπορεί να μας φέρει πιο κοντά Του.
Αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε μόνοι μας την αμαρτωλή μας φύση. Γι’ αυτό στρεφόμαστε στον Χριστό, τη μοναδική απάντηση στη βαθιά μας ανάγκη. Εκείνος είναι έτοιμος να αποκαταστήσει τη σχέση μας με τον Θεό και να μας οδηγήσει ξανά κοντά Του.
